Μάνα με τον μοναχογιό και τις πολλές σου κόρες
Μάνα με τον μοναχογιό και τις πολλές τις κόρες
με το πικρό χαμόγελο και τα κλαμένα μάτια
ήσουν μονάχα εννιά χρονών όταν ο χάρος ήρθε
Να πάρει την Ελένη σου μέσα απ την αγκαλιά σου.
Ανάθεμά σε Χάροντα και τρείς ανάθεμά σε
Γιατί της πήρες την Αυγή και έφερες σκοτάδι
Το τρυφερό λουλούδι της το ρίμαξες για πάντα
Κι άφησες μαύρη μια σκιά να σέρνεται από πάνω
Και τι θα κάνει τώρα αυτή πως θα μπορεί να ζήσei
Το βλέμμα της τον γελαστό πως θα το λησμονήσει
Μα αυτήν δεν είμαι μόνη της που κλαίει και στενάζει
Είναι ολόκληρη η φαμπλιά που τώρα θα σπαράζει
Κάθε βραδιά και κάθε αυγή και κάθε μεσημέρι
Φαίνεται ο τάφος να βογκά,να βαριαναστενάζει
Σαν ψάχνει μες στα χώματα, και η βροχή ας στάζει.
Γιατί ήταν αδερφούλα της, ήταν η αγκαλιά της
Ήταν ο πόθος ο καυτός, ήταν η αρχοντιά της.
Ανάθεμά σε Χάροντα και τρείς ανάθεμά σε
που πήρες την Ελένη της
Και έκοψες τη χαρά της.
Και έτσι οι μέρες έφευγαν, και οι μήνες της περνούσαν
Κι ήρθαν τα χρόνια τα σκληρά που έκαψαν τα πάντα
Δεν κάψαν μόνο όνειρα στις μέρες και στιν νύχτες
δεν κάψαν μόνο τις χαρές μα κάψαν και τις λύπες
Γιατί ήταν χρόνια δίσεκτα, χρόνια καταραμένα.
Χρόνια που κάνουν τα παιδιά ωα αφήσουν τα παιχνίδια
Να μεγαλώσουν μονομιάς χωρίς να πουν κουβέντα
Γιατί ήταν χρόνια δύσεκτα, χρόνια καταραμένα
Κι ο κόσμος έχασε το βίο έχασε τη χαρά του
Και οι αφεντάδες κι’άρχοντες έχασαν τ´αγαθά τους
Έτσι και τον πατέρας της του άρπαξαν τα πάντα
Φλουριά λεφτά και ζωντανά ίποτα δεν αφήσαν
Δέκα γελάδες έμειναν για να τη δώσει προίκα
Γιατί ήταν χρόνια δίσεχτα, χρόια καταραμένα
Μα δεν φοβήθηκαν εχθρό ούτε και τους προδότες
Στα πατρικά τους μάζεψαν και Ιταλούς κ´Εβραίους
Γιατί ήταν χρόνια δύστυχα και τα παιδιά πεινούσαν
Και οι άγριοι κατακτητές κι’αυτοί που διοικούσαν
…………


Recent Comments